All Languages    |   EN   SV   IS   IT   RU   FR   RO   PT   HU   LA   NL   SK   HR   ES   BG   NO   FI   CS   TR   DA   PL   EL   SR   EO   |   SK   HU   FR   PL   NL   SQ   RU   NO   ES   SV   IT   DA   PT   CS   HR   RO   |   more ...

Αγγλο-ελληνικό Λεξικό

BETA Online Dictionary English-Greek: Enter keyword here!
 ΑΆΒΓ...
  Options | Tips | FAQ | Abbreviations

LoginSign Up
Home|About/Extras|Vocab Trainer|Subjects|Users|Forum|Contribute!
BETA! This vocabulary is currently being built up from scratch. We need your help: Please review a few entries!
« backPage 1 for words starting with Ο in the Greek-English dictionarynext page »
GreekEnglish
οthe
ο εαυτός τουhimself
ογδόνταeighty
οδήγηση {η}steering
οδηγός {ο}driver
οδηγώto drive
οδοντίατρος {ο}dentist
οδοντόβουρτσα {η}toothbrush
οδοντόκρεμα {η}toothpaste
οδοντόπαστα {η}toothpaste
οδός {η}street <St., str.>
ΟΙ ΣΩΛΗΝΩΣΕΙΣ ΘΑ ΔΙΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΙΧΟthe pipes
οικειότητα {η}intimacy
οικογένεια {η}family
οικογενειακή κατάσταση {η}marital status
οικοδομή {η}building
οκτώeight
Οκτώβριος {ο}October <Oct.>
όλα / τα πάνταeverything
όλες οι σωστές-δίκαιες σκέψεις και πολύτιμα ρητά αποδεικνύονται να είναι θεμελιωμένα σε ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΚΟΛΩΝΕΣ ( βάσεις)all right thinkings and valiable sayings are turned out to be foundated on (Greek) HELLENIC postes
όλη την ημέραall day
ολίγοlittle
ολιγώτερα [παρωχ.]less
όλμιο {το} <Ho>holmium <Ho>
όλοιall
όλοιeverybody
ολόκληροςentire
ολόκληροςwhole
ολόκληρος οentire
ολοκληρώνωto finish
όλος οentire
ομαλόςnormal
ομίχλη {η}fog
όμοιοςsimilar
όμοιος ομοίω αεί πελάζει [γνωμικό]hang out with your peers
ομοίωςeven
ομολογώto own sth.
όμορφοςbeautiful
ομούtogether <tog.>
ομπρέλα {η}umbrella
ομφαλός {ο}navel [Umbilicus]
όμωςhowever
ονειρεύομαιto dream
όνειρο {το}dream
όνομα {το}first name
όνομα {το}name
ονομάζομαιto be called
ονομάζωto call [name]
όντωςtruly
οξυγόνο {το} <O>oxygen <O>
οπλισμένοςarmed
όπλοgun
όποιαwho
όποιοwho
όποιοςwho
οπότεthen
όποτε θέλειςany time you want
οποτεδήποτεanytime
οπουδήποτεanywhere
όπως και ανanyway
όπως πάνταas always
οπωσδήποτεanyway
οργή {η}anger
οργισμένοςangry
οργισμένοςfurious
ορεκτικό {το}appetizer
ορεκτικό {το}starter [Br.]
ορεκτικό ποτό, απεριτίφ {το}aperitif
ορθογώνιοςrectangular
ορθός {ο} [επίσ.]correct
ορισμένοςcertain
Ορίστε;I beg your pardon?
Ορίστε!Here you are!
ορκίζομαιto swear [oath]
όροι {οι}conditions
όροφος {ο}floor
ορυκτερόπους {ο}aardvark [Orycteropus afer]
οσμή {η}odour [Br.]
όσμιο {το} <Os>osmium <Os>
οστό {το} [επίσ.]bone
όστρακο {το}shell
ότανwhen
ότιthat
ουγγαρέζικοςHungarian
Ουγγαρία {η}Hungary <.hu>
ουγγρικόςHungarian
ουδέποτεnever
ουϊσκι {το}whisky
ουρανός {ο}sky
ουρλιάζω [κοιν.]to yell
ουσιαστικά {τα}nouns
ουσιαστικά ονόματα {τα}nouns
ουσιαστικό {το}noun
ούτεneither
ούτε ... ούτε neither ... nor
ούτωςthus [therefore]
ούτως ή άλλωςanyway
ούτως ή άλλωςin any case
όχιnot
όχι ακόμηnot yet
« backPage 1 for words starting with Ο in the Greek-English dictionarynext page »



Contribute to the Dictionary: Add a Translation

Do you know Greek-English translations not listed in this dictionary? Please tell us by entering them here!
Before you submit, please have a look at the guidelines. If you can provide multiple translations, please post one by one. Make sure to provide useful source information. Important: Please also help by verifying other suggestions!

To avoid spam or junk postings you will be asked to log in
or specify your e-mail address after you submit this form.
more...
Greek more...
Word Class more...
Subject
Comment
(Source, URL)
New Window

back to top | home© 2002 - 2017 Paul Hemetsberger | contact
English-Greek online dictionary (Αγγλο-ελληνικό Λεξικό) developed to help you share your knowledge with others. More information!
Links to this dictionary or to single translations are very welcome! Questions and Answers
Remove Ads