Alle Sprachen    |   EN   SV   IS   RU   RO   FR   IT   SK   PT   NL   HU   FI   LA   ES   BG   HR   NO   CS   DA   TR   PL   EO   SR   EL   BS   |   SK   FR   IS   HU   NL   PL   ES   RU   SQ   SV   NO   FI   IT   CS   PT   DA   HR   BG   RO   |   more ...

Γερμανο-ελληνικό λεξικό

BETA Deutsch-Griechisch-Übersetzung für: in...
  äöüß...
  Optionen | Tipps | FAQ | Abkürzungen

LoginRegistrieren
Home|About/Extras|Vokabeltrainer|Fachgebiete|Benutzer|Forum|Mitmachen!
Griechisch-Deutsch-Wörterbuch: in...

in
σε {prep}
εις {prep} [καθ.]
μέσα {prep} [κίνηση]
Indium {n} <In>
ίνδιο {το} <In>χημ.
in ... hinein
(μέσα)στον {prep}
in Abständen
κατά διαστήματα {adv}
in Kürze
σύντομα {adv}
in Ordnung
σε τάξη {adv}
εντάξει {adv}
in Richtung
προς {prep}
περί {prep}
πλησίον {prep}
in Wirklichkeit
στην πραγματικότητα {adv}
überall (in)
παντού {adv}
vordringen in [+Akk.]
εισχωρώ
geraten in [+Akk.]
καταλήγω {verb}
έρχομαι σε {verb}
Hand in Hand
χέρι με χέρι
ich wohne in
μένω σe
Ich wohne in ...
Μένω σε ...
Ich wohne in...
Κατοικώ στον / στη / στο...
in aller Kürze
εν συντομία {adv} [επίσ.]
in Armut leben
ζω φτωχικά
in der Lage
είμαι σε θέση {adj}
in der Nacht
τη νύχτα {adv}
in diesem Jahr
εφέτος {adv}
in früheren Zeiten
παλαιότερα {adv}
in meiner Jugend
στα νιάτα μου
in Prozenten ausgedrückt
σε ποσοστό επί τοις εκατό
in Schwermut verfallen
πέφτω σε μελαγχολία
in vergangenen Zeiten
παλαιότερα {adv}
abfüllen (in Flaschen)
εμφιαλώνω {verb}
in Seenot sein
θαλασσοπνiγομαι {verb}
in Umlauf setzen
κυκλοφορώ {verb}
in Vergessenheit geraten
πέφτω σε λήθη {verb}
in Verlegenheit bringen
φέρνω κάποιον σε αμηχανία {verb}
in Zusammenhang bringen
συσχετίζω {verb}
sich (in etw. [+Akk.]) einschalten
παρεμβαίνω (σε) {verb}
sich mischen in [+Akk.]
αναμειγνύομαι με/σε {verb}
verliebt sein in [+Akk.]
είμαι ερωτευμένος με {verb}
bis in alle Ewigkeit
μέχρι τον αιώνα τον άπαντα {adv}
in ein Haus einziehen
εγκαθίσταμαι σε ένα σπίτι
Lass mich in Ruhe!
παράτα με!
regeln, in Ordnung bringen
ταιριάζω {verb} [τακτοποιώ]
Tragödie {f} in zwei Akten
δίπρακτη τραγωδία {η}
Die Haltestelle ist in der Nähe der Post.
Η στάσις είναι κοντά στο ταχυδρομείο.
ex! (das Glas in einem Zug leeren)
άσπρο πάτο!ιδίωμα
Ich bin zum ersten Mal in Griechenland.
Για πρώτη φορά είμαι στήν Ελλάδα.
ich fand ihn arbeitend in seinem Atelier.
Τον βρήκα που δούλευε στο εργαστήρι.
Ich fürchte, dass unser Telegramm ihn in Paris nicht erreicht hat.
Φοβούμαι, μη δεν τον επρόφτασε το τηλεγράφημά μας στο Παρίσι.
Ich werde meine Arbeit in einer Stunde beendet haben.
Θα τελειώσω τη δουλειά μου σε μια ώρα.
Komm morgen mal in meinem Büro vorbei!
Πέρασε αύριο από το γραφείο μου.
misch dich nicht in unsere Angelegenheiten
μην ανακατεύεσαι στις υποθέσεις μας
Sind Sie schon lange in Griechenland?
Έχετε καιρό στην Ελλάδα;
von der Hand in den Mund
μεροδούλι μεροφάι
Wegen der vielen Gebirge ist der Postzustelldienst in Griechenland nicht immer leicht.
Έξ αιτίας τών πολλών βουνών η ταχυδρομική υπηρεσία στην Ελλάδα δεν είναι πάντα εύκολη.
viel Zeit in Anspruch nehmen
απαιτώ πολύ χρόνο {verb}
in Flüssigkeit (Milch, Olivenöl ...) aufgeweichtes Brot {n}
παπάρα {η}γαστρ.
nach oben | home© 2002 - 2021 Paul Hemetsberger | Impressum / Datenschutz
Dieses Deutsch-Griechisch-Wörterbuch (Γερμανο-ελληνικό λεξικό) basiert auf der Idee der freien Weitergabe von Wissen. Mehr dazu
Links auf dieses Wörterbuch oder einzelne Übersetzungen sind herzlich willkommen! Fragen und Antworten
Werbung