All Languages    |   EN   SV   IS   RU   IT   FR   RO   PT   HU   LA   NL   SK   HR   ES   BG   NO   FI   CS   DA   TR   PL   SR   EL   EO   |   SK   HU   FR   PL   NL   SQ   RU   NO   ES   SV   IT   DA   PT   CS   HR   RO   |   more ...

Αγγλο-ελληνικό Λεξικό

BETA Online Dictionary English-Greek: Enter keyword here!
 ΑΆΒΓ...
  Options | Tips | FAQ | Abbreviations | Desktop

LoginSign Up
Home|About/Extras|Vocab Trainer|Subjects|Users|Forum|Contribute!
BETA! This vocabulary is currently being built up from scratch. We need your help: Please review a few entries!
« backPage 1 for words starting with Κ in the Greek-English dictionarynext page »
GreekEnglish
καβγαδίζω [κοιν.]to quarrel
καβγάς {ο}argument
καβγάς {ο}quarrel
κάγκελο {το} σκάλαςhandrail
καθαρίζωto clean
καθαριστήριο {το}dry cleaner's
καθαρόςclean
κάθεeach
κάθεevery
καθέναςeach
καθέναςeveryone
καθημερινάdaily
καθημερινάevery day
καθημερινόςordinary
καθημερινώς [καθ.]every day
καθιστικό {το}living room
καθιστικόςsedentary
καθοδηγώto shepherd
καθόλουat all [in negative contexts]
κάθομαιto sit
καθοριστικόςdetermining
καθυστέρηση {η}delay
καιalso
καιand <&>
και οι δύοboth
και όμωςstill
και τα δύοboth
και τέταρτοa quarter past
καιρός {ο}time
καιρός {ο}weather
καίτοιthough
κακίαdespite
κακοκαμωμένοςugly
κακόςbad
κακόςmischievous
κακοτυχία, καταδίκη, καταστροφή {η}, θεσμός {ο}doom
καλάμι {το}shin
καλαμόκιρκος {ο}(western) marsh harrier [Circus aeruginosus]
καλαμοσάκχαρο {το}cane sugar
καλαμπόκι {το}corn [Zea mays] [Am.] [Aus.] [NZ]
καλεσμένος {ο}guest
καλή σου νύχταgood night
Καλή τύχη!Good luck!
Καλημέρα!Good afternoon!
Καληνύχτα!Good night! <Gn8>
Καλησπέρα!Good evening!
καλλιτέχνης {ο}artist
καλόγερος {ο}great tit [Parus major]
καλοδεχούμενοςwelcome
καλοκαίρι {το}summer
καλόςgood
κάλος {ο}horny skin
κάλτσα {η}sock
κάλτσες {οι}socks
κάλυμμα {το}cover
καλύπτωto blanket [cover, conceal]
καλύπτωto cover
καλύτερα...παράrather ... than
καλυτερεύωto improve
καλύτεροςbetter
κάμερα {η}camera
καμιά φοράever
καμίνι {το}stove
καμίνι {το}, φούρνος {ο}kiln
κάμπινγκ {το}camping site
κάμψεις {οι}push-ups [Am.]
κανeven
καναπές {ο}sofa
κανάτα {η}jug
κανείςanyone
κανείςnobody
κανείς [κατά κανένα άλλο τρόπο]no [in no other way]
κανείς, κάποιοςsomeone <so.> [subject]
κανέναςnobody
κανόνας {ο}rule
κανονικάproperly
κανονικόςnormal
κανονικόςregular
κάνωto do
κάνωto make
κάνω βλάκαto fool
κάνω ηλιοθεραπείαto sunbathe
κάνω κατάδυση με αναπνευστήρα [κοιν.]to snorkel
κάνω λάθοςto be wrong
κάνω νεύμα [κοιν.]to wave
κάπηλος {ο} {η}, -ο {το}, -οι, -ες {οι}, -α {τα}monger
καπνίζωto smoke
καπνός {ο}smoke
κάποιοςsomeone <so.> [subject]
κάποιος αποφασίζειsb. decides
κάποιος επιχειρεί ναsb. tries
κάποιος παραπονέθηκεsb. complained
κάποιος πλήγωσεsb. hurt
καποιός συνέλεξεsb. treasured
κάποιος χτύπησεsb. hit
κάπου αλλούelsewhere
κάπου κάπουsometimes
καράβι {το}ship
κάρβουνο {το}coal
καρέκλα {η}chair
« backPage 1 for words starting with Κ in the Greek-English dictionarynext page »



Contribute to the Dictionary: Add a Translation

Do you know Greek-English translations not listed in this dictionary? Please tell us by entering them here!
Before you submit, please have a look at the guidelines. If you can provide multiple translations, please post one by one. Make sure to provide useful source information. Important: Please also help by verifying other suggestions!

To avoid spam or junk postings you will be asked to log in
or specify your e-mail address after you submit this form.
more...
Greek more...
Word Class more...
Subject
Comment
(Source, URL)
New Window

back to top | home© 2002 - 2017 Paul Hemetsberger | contact
English-Greek online dictionary (Αγγλο-ελληνικό Λεξικό) developed to help you share your knowledge with others. More information!
Links to this dictionary or to single translations are very welcome! Questions and Answers
Remove Ads