Alle Sprachen    |   EN   SV   IS   RU   RO   IT   FR   PT   HU   NL   SK   LA   FI   ES   BG   HR   NO   CS   DA   TR   PL   SR   EL   EO   |   SK   FR   HU   PL   NL   SQ   RU   ES   NO   SV   IT   CS   DA   IS   PT   HR   FI   BG   RO   |   more ...

Γερμανο-ελληνικό λεξικό

BETA Deutsch-Griechisch-Übersetzung für: [με]
  äöüß...
  Optionen | Tipps | FAQ | Abkürzungen | Desktop

LoginRegistrieren
Home|About/Extras|Vokabeltrainer|Fachgebiete|Benutzer|Forum|Mitmachen!
Griechisch-Deutsch-Wörterbuch: [με]
αεροπορικώς {adv} [γενικά: με το αεροπλάνο]
mit dem Flugzeug
αντιληπτός {adj} [με τις αισθήσεις]
wahrnehmbar
αταίριαστος {adj} [που δεν ταιριάζει το 'να με τ' άλλο]
nicht zusammenpassend
διμερής {adj} [με δύο πλευρές]
zweiseitig
διμερής {adj} [με δύο τμήματα]
zweiteilig
ιδιωματικός {adj} [σχετικός με διάλεκτο]
mundartlich
ιδιωματικός {adj} [σχετικός με τις εκφραστικές συνήθειες σε κάποια γλώσσα]
idiomatisch
φυσικός {adj} [που σχετίζεται με τη φύση]
natürlich
κλείνω {verb} [με διακόπτη]
ausschalten
πάω {verb} [με μεταφορικό μέσο]
fahren
ανατινάζω {verb} [με εκρηκτική ύλη]
sprengen
κόβω {verb} [με πριόνι]
absägen
μεθώ {verb} [με ποτά]
sich betrinken
νοιάζομαι {verb} [φροντίζω με αγάπη]
umsorgen
ξεκινώ {verb} [με όχημα]
losfahren
πλέκω {verb} [με το βελονάκι]
häkeln
τονίζω {verb} [λέω με έμφαση]
betonenγλωσσ.
[είδος τούρτας με σοκολάτα]
Sachertorte {f}γαστρ.
απολέπιση {η} [με καλλυντικό]
Peeling {n}
ελιγμός {ο} [κίνηση με όχημα, πλάγια ενέργεια]
Manöver {n} [Bewegung eines Fahrzeuges, List]
εξοπλισμός {ο} [εφοδιασμός με όπλα]
Bewaffnung {f}
μετάβαση {η} [με όχημα]
Fahrt {f}
ανάλογα με {prep} [σχετικά με]
entsprechend
nach oben | home© 2002 - 2019 Paul Hemetsberger | Impressum / Datenschutz
Dieses Deutsch-Griechisch-Wörterbuch (Γερμανο-ελληνικό λεξικό) basiert auf der Idee der freien Weitergabe von Wissen. Mehr Informationen!
Links auf dieses Wörterbuch oder einzelne Übersetzungen sind herzlich willkommen! Fragen und Antworten