|   All Languages   
EN   SV   IS   RU   RO   FR   IT   SK   NL   PT   LA   FI   ES   HU   NO   BG   HR   CS   DA   TR   PL   EO   SR   SQ   UK   EL   BS   |   FR   SK   IS   ES   NL   RO   HU   PL   SV   NO   RU   FI   SQ   IT   DA   CS   PT   HR   BG   LA   EO   SR   BS   TR   EL

Γερμανο-ελληνικό λεξικό

BETA Online Dictionary Greek-German: Enter keyword here!
  äöüß...
  Options | Tips | FAQ | Abbreviations

LoginSign Up
Home|New Website|About|Vocab Trainer|Subjects|Users|Forum|Contribute!
BETA! This vocabulary is currently being built up from scratch. We need your help: Please review or record entries!
« zurückSeite 1 für den Anfangsbuchstaben Ε im Griechisch-Deutsch-Wörterbuchweiter »
GriechischDeutsch
εάνfalls nicht
εάνob
εάνsofern nicht
έαρ {το}Frühling {m}
εαρινή ισημερία {η}Frühlingsäquinoktium {n}
εαρινόςFrühlings-
εαυτόςselbst
εβδομάδα {η}Woche {f}
εβδομαδιαία εφημερίδα {η}Wochenzeitung {f}
εβδομαδιαίο εισιτήριο {το}Monatskarte {f}
εβδομαδιαίο περιοδικό {το}Wochenzeitschrift {f}
εβδομαδιαίοςwöchentlich
εβδομήκονταsiebzig
εβδομηκοστό {το}Siebzigstel {n} [schweiz. meist {m}]
εβδομήνταsiebzig
εβδομήντα πέντεfünfundsiebzig
εβένινοςaus Ebenholz [nachgestellt]
έβενος {ο}Ebenholz {n}
εβολουσιονισμός {ο}Evolutionismus {m}
εβονίτης {ο}Hartgummi {m}
εβραϊκή γλώσσα {η}Hebräisch {n}
εβραϊκόςjüdisch
Εβραίος {ο}Jude {m}
Έβρος {ο}Evros {m}
έγγαμοςverheiratet
έγγαμος βίος {ο}Eheleben {n}
εγγαστριμυθία {η}Bauchrednerei {f}
εγγαστρίμυθος {ο}Bauchredner {m}
εγγεγραμμένοςeingeschrieben
έγγεια ιδιοκτησία {η}Grundbesitz {m}
έγγεια κινητικότητα {η}Bodenmobilität {f}
έγγειο χρέος {το}Grundschuld {f}
εγγειοβελτιωτικόςBodenverbesserungs-
έγγειοςGrund-
έγγειος περιουσία {η}Grundvermögen {n}
έγγειος φόρος {ο}Grundsteuer {f}
εγγενήςangeboren [Krankheit]
Εγγλέζος {ο}Engländer {m}
εγγονή {η}Enkelin {f}
εγγονή {η}Enkeltochter {f}
εγγόνι {το}Enkel {m}
εγγόνι {το}Enkelin {f}
εγγονός {ο}Enkel {m}
εγγράμματοςgebildet
έγγραμμη συνομιλία {η}Online-Gespräch {n}
έγγραμμο παιχνίδι {το}Online-Spiel {n}
εγγραφή {η}Aufnahme {f}
εγγραφή {η}Einschreibung {f}
έγγραφο μεταφοράς {το}Transportdokument {n}
έγγραφοςschriftlich
εγγράφωeinschreiben
εγγράφω [καταχωρίζω]eintragen
εγγυημένοςgarantiert
εγγύηση {η}Garantie {f}
εγγύηση {η}Gewährleistung {f} [Mängelhaftung]
εγγύηση {η} του κατασκευαστήGewährleistung {f} des Herstellers
εγγύτητα {η}Nähe {f}
έγερση {η} [ανέγερση]Errichtung {f}
έγερση {η} [διέγερση]Erregung {f}
έγερση {η} [ξύπνημα]Aufwachen {n}
έγερση αγωγής {η}Einleitung {f} eines Verfahrens
έγινε το κεφάλι μου καζάνιmir brummt der Schädel
εγκάθετος {ο} [για να αποδοκιμάζει]bestellter Zwischenrufer {m}
εγκάθετος {ο} [για να χειροκροτεί]Claqueur {m}
εγκαθίδρυση {η}Gründung {f} [Staatsform, Regierungsform]
εγκαθιδρύωgründen
εγκαθίσταμαι σε ένα σπίτιin ein Haus einziehen
εγκαθιστώ [άτομο: διορίζω]einsetzen
εγκαθιστώ [μηχάνημα]installieren
εγκαθιστώ [σε κατοικία]unterbringen
εγκαίνια {τα}Einweihung {f}
εγκαινιάζωeröffnen
εγκαίρωςpünktlich
εγκάρσιαquer
εγκάρσια τομή {η}Querschnitt {m} [Schnitt]
εγκαταλειμμένοςverlassen [einsam]
εγκαταλείπωaufgeben
εγκαταλείπωverlassen
εγκατάλειψη {η}Abandon {m}
εγκατάλειψη μετοχήςAbandon einer Aktie
εγκατάσταση {η}Montage {f} [Aufstellung]
εγκατάσταση {η} αυτόματου πυροβολισμούSelbstschussanlage {f}
εγκατάσταση {η} διήθησηςFilteranlage {f}
έγκαυμα {το}Verbrennung {f}
εγκεφαλικό ημισφαίριο {το}Gehirnhälfte {f}
εγκεφαλίτιδα {η}Enzephalitis {f}
εγκεφαλονωτιαίο υγρό {το}Gehirnflüssigkeit {f}
εγκέφαλος {ο}Gehirn {n}
έγκλημα {το}Verbrechen {n}
εγκλωβισμός {ο}Umzingelung {f}
εγκράτεια {η}Abstinenz {f}
εγκρατήςabstinent
εγκρατήςkeusch
εγκυκλοπαίδεια {η}Enzyklopädie {f}
εγκυκλοπαίδεια {η}Lexikon {n}
εγκυμοσύνη {η}Schwangerschaft {f}
έγκυοςschwanger
εγκυρότητα {η}Gültigkeit {f}
εγκυρότητα {η}Zuverlässigkeit {f} [von Information]
εγχείρηση {η}Operation {f}
« zurückSeite 1 für den Anfangsbuchstaben Ε im Griechisch-Deutsch-Wörterbuchweiter »



Contribute to the Dictionary: Add a Translation

Do you know German-Greek translations not listed in this dictionary? Please tell us by entering them here!
Before you submit, please have a look at the guidelines. If you can provide multiple translations, please post one by one. Make sure to provide useful source information. Important: Please also help by verifying other suggestions!

Limited Input Mode
More than 1000 translations are waiting for verification. This means you can only add a new
translation if you log in and review another one first (max. 500 unverified entries per user).
The input form will only work from within the Contribute! section.


more...
German more...
Word Class more...
Subject
Comment
(Source, URL)
New Window

back to top | home© 2002 - 2024 Paul Hemetsberger | contact / privacy
Greek-German online dictionary (Γερμανο-ελληνικό λεξικό) developed to help you share your knowledge with others. More information
Links to this dictionary or to single translations are very welcome! Questions and Answers
Advertisement