|   All Languages   
EN   SV   IS   RU   RO   FR   IT   SK   NL   PT   FI   LA   ES   HU   NO   BG   HR   CS   DA   TR   PL   EO   SR   SQ   EL   BS   |   FR   SK   IS   ES   NL   HU   RO   PL   SV   NO   RU   FI   SQ   IT   DA   CS   PT   HR   BG   LA   EO   SR   BS   TR   EL

Γερμανο-ελληνικό λεξικό

BETA Online Dictionary Greek-German: Enter keyword here!
  äöüß...
  Options | Tips | FAQ | Abbreviations

LoginSign Up
Home|New Website|About|Vocab Trainer|Subjects|Users|Forum|Contribute!
BETA! This vocabulary is currently being built up from scratch. We need your help: Please review or record entries!
« zurückSeite 1 für den Anfangsbuchstaben Η im Griechisch-Deutsch-Wörterbuchweiter »
GriechischDeutsch
ηdie
ήoder <od.>
Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεωςdie Eroberung Konstantinopels
Η Έβδομη Σφραγίδα [Ίνγκμαρ Μπέργκμαν]Das siebente Siegel [Ingmar Bergman]
η εγγύηση λήγειdie Garantie läuft ab
η ίδιαdieselbe
Η Μεταμόρφωση [Φραντς Κάφκα]Die Verwandlung [Franz Kafka]
η ταινία είναι ακατάλληλη για ανηλίκουςder Film ist nicht jugendfrei
ήβη {η}Pubertät {f}
ηβική περιοχή {η}Schamgegend {f}
ηβική χώρα {η}Schamgegend {f}
ηβικό οστό {το}Schambein {n}
ηβικό τρίχωμα {το}Schamhaar {n}
ηβικόςScham-
ηγέτης {ο} [αρχηγός]Anführer {m}
ηγούμαιführen
ηγουμένη {η}Äbtissin {f}
ήδηbereits
ήδηschon
ηδονή {η} [βαθιά ευχαρίστηση]Genuss {m}
ηδονή {η} [σαρκική απόλαυση]Lust {f}
ηθικολόγος {ο}Moralapostel {m}
ηθικόςmoralisch
ηθμοειδές οστό {το}Siebbein {n}
ηθολογία {η} [επιστήμη]Ethologie {f}
ηθολογία {η} [τα περί χαρακτήρα]Charakterkunde {f}
ηθοποιός {η}Schauspielerin {f}
ηθοποιός {ο}Schauspieler {m}
ηλεκτρική καρέκλα {η}elektrischer Stuhl {m}
ηλεκτρική πόλωση {η}elektrische Polarisation {f}
ηλεκτρικό τρυπάνι {το}Bohrmaschine {f}
ηλεκτροακουστικόςelektroakustisch
ηλεκτρολογία {η}Elektrotechnik {f}
ηλεκτρολόγος {ο}Elektriker {m}
ηλεκτρολόγος μηχανικός {ο}Elektroingenieur {m}
ηλεκτρονική {η}Elektronik {f}
ηλεκτρονικόςelektronisch
ηλεκτρόνιο {το}Elektron {n}
ηλεκτροτεχνίτης {ο}Elektrotechniker {m}
ηλεκτροχημεία {η}Elektrochemie {f}
ηλιακό έγκαυμα {το}Sonnenbrand {m}
ηλιακό ρολόι {το}Sonnenuhr {f}
ηλιακό σύστημα {το}Sonnensystem {n}
ηλίασηSonnenstich {m}
ηλίθιοςblöd [ugs.]
ηλικία {η}Alter {n}
ήλιο {το} <He>Helium {n} <He>
ηλιοβασίλεμα {το}Sonnenuntergang {m}
ηλιόλουστοςsonnig
ηλιόμετρο {το}Heliometer {n}
ήλιος {ο}Sonne {f}
Ήλιος του Μεσονυχτίου {ο}Mitternachtssonne {f}
ηλιοστάσιον {το}Sonnenwende {f}
ήμαστανwir waren
ημέρα {η} [παρωχ.]Tag {m}
ημερόβιοςtagaktiv
ημερομηνία {η}Datum {n}
ημερομηνία {η} λήξηςVerfallsdatum {n}
ήμερος [άνθρωπος]sanft
ήμερος [ζώο]zahm
ημιαγωγός {ο}Halbleiter {m}
ημιδιατροφή {η}Halbpension {f}
ημισφαίριο {το}Halbkugel {f}
ημισφαίριο {το} [της γης]Erdhalbkugel {f}
ημισφαίριο {το}Hemisphäre {f}
ημίτονο {το}Sinus {m}
ημίφωνο {το}Halbvokal {m}
Ηνίοχος {ο} [αστερισμός]Fuhrmann {m} [Sternbild]
Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα {τα}Vereinigte Arabische Emirate {pl}
Ηνωμένα Έθνη {τα}Vereinten Nationen {pl} <UN>
Ηνωμένες Πολιτείες {οι} της ΑμερικήςVereinigte Staaten {pl} von Amerika
Ηνωμένο Βασίλειο {το}Vereinigtes Königreich {n}
ηπατικός κολικός {ο}Gallenkolik {f}
ηπατολογικόςhepatologisch
ηπατολόγος {ο}Hepatologe {m}
ήπειρος {η}Kontinent {m}
ηπειρωτική πλαγιά {η}Kontinentalhang {m}
ηπειρωτικό κλίμα {το}Kontinentalklima {n}
ηπειρωτικό περιθώριο {το}Kontinentalrand {m}
ηπειρωτικόςkontinental
ήπιοςsanft [Benehmen]
Ήρα {η}Hera {f}
ήρα {η}Lolch {m}
Ηρακλής {ο}Herkules {m}
ήρεμοςgelassen
ήρεμοςruhig [gelassen]
ηρεμώsich beruhigen
Ηριδανός {ο} [αστερισμός]Fluss Eridanus {m} [Sternbild]
ήρωας {ο}Held {m}
Ησίοδος {ο}Hesiod {m}
ησυχάζωberuhigen
ήσυχοςleise
ήσυχοςruhig
ήσυχοςruhig [still, geruhsam]
ήσυχοςstill
ήττα {η}Niederlage {f}
ηφαίστειο {το}Vulkan {m}
ηφαιστειότητα {η}Vulkanismus {m}
Ήφαιστος {ο}Hephaistos {m}
ηχείο {το}Lautsprecherbox {f}
« zurückSeite 1 für den Anfangsbuchstaben Η im Griechisch-Deutsch-Wörterbuchweiter »



Contribute to the Dictionary: Add a Translation

Do you know German-Greek translations not listed in this dictionary? Please tell us by entering them here!
Before you submit, please have a look at the guidelines. If you can provide multiple translations, please post one by one. Make sure to provide useful source information. Important: Please also help by verifying other suggestions!

Limited Input Mode
More than 1000 translations are waiting for verification. This means you can only add a new
translation if you log in and review another one first (max. 500 unverified entries per user).
The input form will only work from within the Contribute! section.


more...
German more...
Word Class more...
Subject
Comment
(Source, URL)
New Window

back to top | home© 2002 - 2024 Paul Hemetsberger | contact / privacy
Greek-German online dictionary (Γερμανο-ελληνικό λεξικό) developed to help you share your knowledge with others. More information
Links to this dictionary or to single translations are very welcome! Questions and Answers
Advertisement