All Languages    |   EN   SV   IS   RU   RO   FR   IT   SK   NL   PT   HU   FI   ES   LA   BG   HR   NO   CS   DA   TR   PL   EO   SR   EL   BS   |   FR   SK   IS   HU   ES   NL   PL   RU   NO   SV   SQ   IT   FI   DA   CS   PT   HR   RO   BG   |   more ...

Γερμανο-ελληνικό λεξικό

BETA Online Dictionary Greek-German: Enter keyword here!
  äöüß...
  Options | Tips | FAQ | Abbreviations

LoginSign Up
Home|About/Extras|Vocab Trainer|Subjects|Users|Forum|Contribute!
BETA! This vocabulary is currently being built up from scratch. We need your help: Please review or record entries!
« zurückSeite 1 für den Anfangsbuchstaben Ο im Griechisch-Deutsch-Wörterbuchweiter »
GriechischDeutsch
οdas
οder
ο εαυτός τουer selber [ugs.]
ο εαυτός τουer selbst
ο Θεός φυλάξοι!Gott bewahre!
ο ίδιοςderselbe
ο Μέγας ΑλέξανδροςAlexander der Große
όαση {η}Oase {f}
οβάλoval
οβίδα {η}Granate {f}
ογδόνταachtzig
ογκολογία {η}Onkologie {f}
όγκος {ο}Volumen {n}
οδήγηση {η}Steuerung {f}
οδηγίες {οι}Anleitung {f} [Gebrauchsanleitung]
οδηγίες {οι} πλυσίματοςWaschanleitung {f}
οδηγός {ο}Fahrer {m}
οδηγός {ο} λεωφορείουBusfahrer {m}
οδηγός {ο} σπουδώνStudienführer {m}
οδηγώfahren
οδική βοήθεια {η}Pannendienst {m}
οδική μεταφορά {η}Straßentransport {m}
οδικό σήμαVerkehrsschild {n}
οδοντίατρος {ο}Zahnarzt {m}
οδοντικό νήμα {το}Zahnseide {f}
οδοντόβουρτσα {η}Zahnbürste {f}
οδοντόκρεμαZahnpasta {f}
οδοντόπασταZahnpasta {f}
οδοντοτεχνίτης {ο}Zahntechniker {m}
οδοντωτός μυς {ο}Sägemuskel {m}
οδοντωτός σιδηρόδρομος {ο}Zahnradbahn {f}
οδός {η}Straße {f}
οδοστρωτήρας {ο}Straßenwalze {f}
οδυρμός {ο}Wehklagen {n}
οδύσσεια {η}Irrfahrt {f}
οθόνη {η}Bildschirm {m}
οθόνη {η}Monitor {m}
οθόνη {η} ραντάρRadarschirm {m}
Οθωμανική αυτοκρατορία {η}Osmanisches Reich {n}
οι ηλεκτρικές συσκευές μας έχουν εγγύηση ενός έτουςunsere Elektrogeräte haben ein Jahr Garantie
οι Ηράκλειες Στήλεςdie Säulen des Herkules
οι συνθήκεςZustände {pl}
Οι τραγωδίες του ΣοφοκλήDie Tragödien des Sophokles
οικειότητα {η}Vertrautheit {f}
οικιακή οικονομία {η}Hauswirtschaft {f}
οικογένεια {η}Familie {f} <Fam.>
οικογένεια {η} που φιλοξενείGastfamilie {f}
οικογενειακή περιουσία {η}Familienvermögen {n}
οικογενειακή υπόθεση {η}Familienangelegenheit {f}
οικογενειακό έμβλημα {το}Familienwappen {n}
οικογενειάρχης {ο}Familienoberhaupt {n}
οικοδεσπότης {ο}Gastgeber {m}
οικοδομή {η}Gebäude {n}
οικοδομική εταιρεία {η}Bauunternehmen {n}
οικοδομικός τομέας {ο}Bausektor {m}
οικολογία {η}Ökologie {f}
οικολογικό σύστημα {το}Ökosystem {n}
οικονομία {η}Ökonomie {f}
οικονομία {η}Wirtschaft {f}
οικονομία {η} [κέρδος]Ersparnis {f}
οικονομία {η} [φειδώ στα έξοδα]Sparsamkeit {f}
οικονομία {η} ελεύθερης αγοράςfreie Marktwirtschaft {f}
οικονομία {η} κεντρικού σχεδιασμούPlanwirtschaft {f}
οικονομία {η} συντήρησηςSubsistenzwirtschaft {f}
οικονομία {η} συντονισμούkonzertierte Wirtschaft {f}
οικονομία {η} της πόληςstädtische Wirtschaft {f}
οικονομία {η} χρόνουZeitersparnis {f}
οικονομικές επιστήμες {οι}Wirtschaftswissenschaften {pl}
οικονομική ανάπτυξη {η}Wirtschaftswachstum {n}
οικονομική διάσκεψη {η}Wirtschaftskonferenz {f}
οικονομική εξέλιξη {η}wirtschaftliche Entwicklung {f}
οικονομική κάμψη {η}Depression {f}
οικονομική περιοχή {η}Wirtschaftsraum {m}
οικονομικό σύστημα {το}Wirtschaftssystem {n}
οικονομικόςpreiswert
οικονομικόςwirtschaftlich
οικονομικός τομέας {ο}Wirtschaftssektor {m}
οικονόμοςsparsam
οικονόμος {η} [σπιτιού]Haushälterin {f}
οικόπεδο {το}Grundstück {n}
οικόπεδο {το} [οικοδομήσιμο]Bauland {n}
οικόσημο {το}Familienwappen {n}
οικόσιτο ζώο {το} [επίσ.]Haustier {n}
οινολογία {η}Önologie {f}
οινολογία {η}Weinkunde {f}
οινοπαραγωγός περιοχή {η}Weingebiet {n}
οινοπνευματοποιείο {το}Schnapsbrennerei {f}
οινοπωλείο {το}Weinhandlung {f}
οίνος {ο} [επίσ.]Wein {m}
οισοφάγος {ο}Speiseröhre {f}
Οκλαχόμα {η} [πολιτεία]Oklahoma {n} [Bundesstaat]
οκνηρία {η}Faulheit {f}
οκνηρόςfaul
Οκρίβας {ο} [αστερισμός]Maler {m} [Sternbild]
Οκτάς {ο} [αστερισμός]Oktant {m} [Sternbild]
οκτώacht
Οκτώβριος {ο}Oktober {m} <Okt.>
όλαalles
ολέθριοςverheerend
όλη την ημέραden ganzen Tag
« zurückSeite 1 für den Anfangsbuchstaben Ο im Griechisch-Deutsch-Wörterbuchweiter »



Contribute to the Dictionary: Add a Translation

Do you know German-Greek translations not listed in this dictionary? Please tell us by entering them here!
Before you submit, please have a look at the guidelines. If you can provide multiple translations, please post one by one. Make sure to provide useful source information. Important: Please also help by verifying other suggestions!

Limited Input Mode
More than 1000 translations are waiting for verification. This means you can only add a new
translation if you log in and review another one first (max. 500 unverified entries per user).
The input form will only work from within the Contribute! section.


more...
German more...
Word Class more...
Subject
Comment
(Source, URL)
New Window

back to top | home© 2002 - 2022 Paul Hemetsberger | contact / privacy
Greek-German online dictionary (Γερμανο-ελληνικό λεξικό) developed to help you share your knowledge with others. More information
Links to this dictionary or to single translations are very welcome! Questions and Answers
Advertisement