|   All Languages   
EN   SV   IS   RU   RO   FR   IT   SK   NL   PT   LA   FI   ES   HU   NO   BG   HR   CS   DA   TR   PL   EO   SR   SQ   EL   UK   BS   |   FR   SK   IS   ES   NL   RO   HU   PL   SV   NO   RU   FI   SQ   IT   DA   CS   PT   HR   BG   LA   EO   SR   BS   TR   EL

Γερμανο-ελληνικό λεξικό

BETA Online Dictionary Greek-German: Enter keyword here!
  äöüß...
  Options | Tips | FAQ | Abbreviations

LoginSign Up
Home|New Website|About|Vocab Trainer|Subjects|Users|Forum|Contribute!
BETA! This vocabulary is currently being built up from scratch. We need your help: Please review or record entries!
« zurückSeite 1 für den Anfangsbuchstaben Υ im Griechisch-Deutsch-Wörterbuchweiter »
GriechischDeutsch
ύαινα {η}Hyäne {f}
υάκινθος {ο}Hyazinthe {f}
υαλοειδές σώμα {το} [ματιού]Glaskörper {m}
υαλοειδήςglasartig
υαλοκαθαριστήρας {ο}Scheibenwischer {m}
υαλόπαγος {ο}Glatteis {n}
ύβρις {η}Hochmut {m}
ύβρις {η}Hybris {f}
ύβρις {η}Überheblichkeit {f} [pej.]
ύβρις {η}Vermessenheit {f}
υγεία {η}Gesundheit {f}
υγεία {η}Wellness {f}
υγεία {η}Wohl {n}
Υγειά μας!Zum Wohl!
υγειήςgesund
υγειονομικόςsanitär
υγιήςgesund
υγρασία {η}Feuchtigkeit {f}
υγρό {το}Flüssigkeit {f}
υγρό σύμφωνο {το}Liquida {f}
υγρό φρένων {το}Bremsflüssigkeit {f}
υγρόμετρο {το}Hygrometer {n}
υγροποιημένο αέριο {το}Flüssiggas {n}
υγροποιημένο αέριο {το}verflüssigtes Gas {n}
υγρόςfeucht
υγρόςflüssig
υγρόςnass
υδατάνθρακας {ο}Kohlenhydrat {n}
υδατογράφος {ο}Aquarellist {m}
υδατολόγος {ο}Hydrologe {m}
υδατοπυργο {ο}Wasserturm {m}
υδατοσκοπία {η}Hygroskopie {f}
υδατοστεγήςwasserdicht
υδατοστρόβιλος {ο}Wasserwirbel {m}
υδατοσφαίριση {η}Wasserball {m}
Ύδρα {η} [αστερισμός]Wasserschlange {f} [Sternbild]
υδραργυρικό βαρόμετρο {το}Quecksilberbarometer {n}
υδράργυρος {ο}Quecksilber {n}
υδραυλική {η}Hydraulik {f}
υδραυλική κίνηση {η}Hydraulikantrieb {m}
υδραυλική πρέσα {η}Hydraulikpresse {f}
υδραυλικό πιεστήριο {το}Hydraulikpresse {f}
υδραυλικός {ο}Klempner {m}
υδραυλικός κύλινδρος {ο}Hydraulikzylinder {m}
υδρόβιο φυτό {το}Wasserpflanze {f}
υδρογεωλογία {η}Hydrogeologie {f}
υδρογόνο {το} <H>Wasserstoff {m} <H>
υδροηλεκτρικός σταθμός {ο}Wasserkraftwerk {n}
υδρολογία {η}Hydrologie {f}
υδροπλάνο {το}Wasserflugzeug {n}
Ύδρος {ο} [αστερισμός]Kleine Wasserschlange {f} [Sternbild]
υδρόσφαιρα {η}Hydrosphäre {f}
υδροφοβία {η}Hydrophobie {f}
υδρόφοβοςhydrophob
Υδροχόος {ο} [αστερισμός]Wassermann {m} [Sternbild]
Υεμένη {η}Jemen {m}
υετός {ο}Niederschlag {m}
υιοθεσία {η}Adoption {f}
υιοθετώadoptieren
ύλη {η}Stoff {m}
υλικό {το}Material {n}
ύμνος {ο}Hymne {f}
υπoθυρεοειδισμός {ο}Unterfunktion {f} der Schilddrüse [Hypothyreose]
υπάγωangehören
ύπαιθρος {η}Land {n} [das Freie]
υπαινιγμός {ο}Anspielung {f}
υπαιτιότητα {η}Schuld {f}
υπάκουοςfügsam
υπάκουοςgehorsam
υπακούωgehorchen
υπάλληλος {ο}Angestellter {m}
ύπαρξη {η}Anwesenheit {f} [von Dingen]
ύπαρξη {η}Existenz {f}
υπάρχειes gibt
υπάρχωexistieren
υπάρχωsein
υπεξαγωγή {η}Unterdrückung {f}
υπεξαίρεση {η}Unterschlagung {f}
υπερασπίζομαιsich verteidigen
υπερασπίζωverteidigen
υπεράσπιση {η}Fürsprache {f}
υπεραστική κλήση {η}Ferngespräch {n}
υπερβάλλωübertreiben
υπέρβαση {η} του όριου ταχύτηταςGeschwindigkeitsüberschreitung {f}
υπερβολική λειτουργία {η}Überfunktion {f}
υπερβολικόςungebührlich [geh.] [unmäßig, maßlos]
υπερδύναμη {η}Supermacht {f}
υπερήφαναstolz
υπερήφανοςstolz
υπερθυρεοειδισμός {ο}Schilddrüsenüberfunktion {f}
υπερθυρεοειδισμός {ο}Überfunktion {f} der Schilddrüse [Hyperthyreose]
υπερλειτουργία {η}Überfunktion {f}
υπερμεγέθηςriesig
υπέρμετροςungebührlich [geh.] [unmäßig, maßlos]
υπερνικώüberwinden
υπεροπτικόςarrogant
υπέροχαtoll [ugs.]
υπεροχή {η}Dominanz {f} [Vorherrschaft]
υπέροχοςherrlich
υπέροχοςhervorragend
« zurückSeite 1 für den Anfangsbuchstaben Υ im Griechisch-Deutsch-Wörterbuchweiter »



Contribute to the Dictionary: Add a Translation

Do you know German-Greek translations not listed in this dictionary? Please tell us by entering them here!
Before you submit, please have a look at the guidelines. If you can provide multiple translations, please post one by one. Make sure to provide useful source information. Important: Please also help by verifying other suggestions!

Limited Input Mode
More than 1000 translations are waiting for verification. This means you can only add a new
translation if you log in and review another one first (max. 500 unverified entries per user).
The input form will only work from within the Contribute! section.


more...
German more...
Word Class more...
Subject
Comment
(Source, URL)
New Window

back to top | home© 2002 - 2024 Paul Hemetsberger | contact / privacy
Greek-German online dictionary (Γερμανο-ελληνικό λεξικό) developed to help you share your knowledge with others. More information
Links to this dictionary or to single translations are very welcome! Questions and Answers
Advertisement