|   All Languages   
EN   SV   IS   RU   RO   FR   IT   SK   NL   PT   LA   FI   ES   HU   NO   BG   HR   CS   DA   TR   PL   EO   SR   SQ   UK   EL   BS   |   FR   SK   IS   ES   NL   RO   HU   PL   SV   NO   RU   FI   SQ   IT   DA   CS   PT   HR   BG   LA   EO   SR   BS   TR   EL

Γερμανο-ελληνικό λεξικό

BETA Online Dictionary Greek-German: Enter keyword here!
  äöüß...
  Options | Tips | FAQ | Abbreviations

LoginSign Up
Home|New Website|About|Vocab Trainer|Subjects|Users|Forum|Contribute!
BETA! This vocabulary is currently being built up from scratch. We need your help: Please review or record entries!
« zurückSeite 1 für den Anfangsbuchstaben Ω im Griechisch-Deutsch-Wörterbuchweiter »
GriechischDeutsch
ωάριο {το}Eizelle {f}
ωδείο {το}Konservatorium {n}
ωδή {η} [άσμα, τραγούδι]Lied {n}
ωδή {η} [ποίημα]Ode {f}
ωδική {η}Gesang {m}
ωδικός [για πτηνό]Sing-
ωδικός [που αναφέρεται στην ωδική]Gesangs-
ωδίνες {οι}Geburtswehen {pl}
ωδίνες {οι}Wehen {pl}
ώθηση {η} [μεταφ.]Antrieb {m}
ώθηση {η} [μεταφ.]Impuls {m}
ώθηση {η} [σκουντιά]Stoß {m}
ωθώstoßen
ωθώ [παρακινώ]antreiben
ωθώ [προωθώ, επιταχύνω]vorantreiben
ωθώ [σκουντώ]schieben
ωκεάνια ζώνη {η}ozeanische Zone {f}
ωκεάνια λεκάνη {η}Ozeanbecken {n}
ωκεάνια λεκάνη {η}Tiefseebecken {n}
ωκεάνια ράχη {η}ozeanischer Rücken {m}
ωκεάνια τάφρος {ο}ozeanischer Graben {m}
ωκεανικότητα {η}Ozeanität {f}
ωκεάνιο κλίμα {το}ozeanische Klima {n}
ωκεάνιο νησί {το}ozeanische Insel {f}
ωκεάνιοςOzean-
ωκεάνιοςozeanisch
ωκεανογραφία {η}Meereskunde {f}
ωκεανογραφία {η}Ozeanografie {f}
ωκεανογράφος {ο}Meereskundler {m}
ωκεανογράφος {ο}Ozeanograf {m}
ωκεανολογία {η}Ozeanologie {f}
ωκεανολογικόςozeanologisch
ωκεανοπλοΐα {η}Hochseeschifffahrt {f}
ωκεανοποίηση {η}Ozeanisierung {f}
Ωκεανός {ο}Okeanos {m}
ωκεανός {ο}Ozean {m}
ωλέκρανο {το}Ellbogenhöcker {m}
ωλένη {η}Elle {f}
ωμ {το}Ohm {n}
ωμοπλάτη {η}Schulterblatt {n}
ωμόςroh
ώμος {ο}Schulter {f}
ωμοφαγία {η}Omophagie {f} [Verzehr von rohem Fleisch]
ωμοφάγοςrohes Fleisch essend
ωογόνοςovipar
ωοειδήςeiförmig
ωοθήκη {η}Eierstock {m}
ωορρηξία {η}Eisprung {m}
ωορρηξία {η}Ovulation {f}
ωοτοκία {η}Oviparie {f}
Ώπα![Freudenausruf wie "Olé!"]
ώρα {η}Stunde {f} <Std.>
ώρα {η}Uhrzeit {f}
ώρα {η}Zeit {f}
ώρα {η} (μαθήματος) ιππασίαςReitstunde {f}
ωραιοπάθεια {η}Narzissmus {m}
ωραιοπαθής {ο}Narziss {m}
ωραιοποίηση {η}Beschönigung {f}
ωραιοποίηση {η}Schönfärberei {f}
ωραιοποιώbeschönigen
ωραίοςfein
ωραίοςschön
ωραιότητα {η}Schönheit {f}
ωραιόφυλλο {το}Buntnessel {f}
ωραϊσμός {ο}Verschönerung {f}
ωράριο {το} [εργασίας]Arbeitszeit {f}
ωράριο {το} [μαθημάτων]Stundenplan {m}
ωργισμένοςwütend
ώρες {οι} λειτουργίαςÖffnungszeiten {pl}
ωριμάζωreifen
ωρίμανση {η}Reife {f}
ώριμοςreif
ωριμότητα {η}Reife {f}
Ωρίων {ο} [αστερισμός]Orion {m} [Sternbild]
ΩΡΛ {ο} [κοιν.]HNO-Arzt {m} [ugs.]
ωροδείκτης {ο}Stundenzeiger {m}
ωρολογιακή βόμβα {η}Zeitbombe {f}
ωρολογιακόςZeit-
ωρολογιακός διακόπτης {ο}Zeitschaltuhr {f}
ωρολόγιο {το}Brevier {n}
Ωρολόγιον {το} [αστερισμός]Pendeluhr {f} [Sternbild]
ωρολογοποιείο {το}Uhrengeschäft {n}
ωρολογοποιός {ο}Uhrmacher {m}
ωροσκόπιο {το}Horoskop {n}
ωροσκόπος {ο}Aszendent {m}
ως ανταπόδοσηim Gegenzug [als Gegenleistung]
ώς εάνals ob
ως εκ τούτουdeshalb
ως επί το πλείστονgrößtenteils
ως συνήθωςwie üblich
ώσμωση {η}Osmose {f}
ωσμωτικές ιδιότητες {οι}osmotische Eigenschaften {pl}
ωσμωτική διόγκωση {η}osmotische Quellung {f}
ωσμωτική καταπληξία {η}osmotischer Schock {m}
ωσμωτική πίεση {η}osmotischer Druck {m}
ωσμωτικό δυναμικό {το}osmotisches Potenzial {n}
ωσμωτικόςosmotisch
ώσπουbis
ώστεalso
ωστικό κύμα {το} [από έκρηξη]Druckwelle {f}
« zurückSeite 1 für den Anfangsbuchstaben Ω im Griechisch-Deutsch-Wörterbuchweiter »



Contribute to the Dictionary: Add a Translation

Do you know German-Greek translations not listed in this dictionary? Please tell us by entering them here!
Before you submit, please have a look at the guidelines. If you can provide multiple translations, please post one by one. Make sure to provide useful source information. Important: Please also help by verifying other suggestions!

Limited Input Mode
More than 1000 translations are waiting for verification. This means you can only add a new
translation if you log in and review another one first (max. 500 unverified entries per user).
The input form will only work from within the Contribute! section.


more...
German more...
Word Class more...
Subject
Comment
(Source, URL)
New Window

back to top | home© 2002 - 2024 Paul Hemetsberger | contact / privacy
Greek-German online dictionary (Γερμανο-ελληνικό λεξικό) developed to help you share your knowledge with others. More information
Links to this dictionary or to single translations are very welcome! Questions and Answers
Advertisement