Alle Sprachen    |   EN   SV   IS   RU   RO   IT   FR   PT   HU   NL   SK   LA   FI   ES   BG   HR   NO   CS   DA   TR   PL   SR   EL   EO   |   SK   FR   HU   PL   NL   SQ   RU   ES   NO   SV   IS   IT   CS   DA   PT   HR   FI   BG   RO   |   more ...

Γερμανο-ελληνικό λεξικό

BETA Deutsch-Griechisch-Übersetzung für: σε
  äöüß...
  Optionen | Tipps | FAQ | Abkürzungen | Desktop

LoginRegistrieren
Home|About/Extras|Vokabeltrainer|Fachgebiete|Benutzer|Forum|Mitmachen!
Griechisch-Deutsch-Wörterbuch: σε
σε {prep}
an
in
bei
σε {prep} [χρονικό]
nach [Zeit]
ανάμεσα σε {prep}
zwischen
δίπλα σε {prep}
neben [+Dat.]
επάνω σε {prep}
an
auf
επιτίθεμαι (σε)
herfallen über
κοντά σε {prep}
bei [+Dat.]
Μένω σε ...
Ich wohne in ...
μέσα σε {adv} {prep}
innerhalb
πλάι σε {prep}
neben [+Dat.]
σε αμφιβολία {adv}
im Zweifelιδίωμα
σε εγγύηση
auf Garantie
σε τάξη {adv}
in Ordnung
στο, σε
beim
ανέρχεται σε {verb}
betragen
ανταποκρίνομαι σε {verb}
entsprechen jdm./etw.
αφοσιώνομαι σε {verb}
sich etw. / jdm. widmen
έρχομαι σε {verb}
geraten in [+Akk.]
καταδικάζω (σε) {verb}
verurteilen (zu)
μετατρέπω σε {verb}
machen zu
verwandeln
παρεμβαίνω (σε) {verb}
sich (in etw. [+Akk.]) einschalten
συχνάζω σε {verb}
frequentieren [häufig aufsuchen]
χρησιμεύω σέ {verb}
zu etw. dienen
σε εξέλιξη
im Gange
είμαι σε θέση {adj}
in der Lage
Καρυ σε σκόνη {adj}
Curry
Μη σε νοιάζει! {εκφράσεις}
Egal!
πέφτω σε μελαγχολία
in Schwermut verfallen
Πώς σε λένε;
Wie heißt du?
σε καμία περίπτωση {adv}
keinesfalls
σε καμία περίπτωση
auf keinen Fall
σε λογικές τιμές
zu fairen Preisen
σε μια στιγμή {adv}
gleich
σε περίπτωση που {conj}
falls
Σέ συγχαίρω γιά ...
Ich gratuliere dir zu ...
σε συμφέρουσα τιμή {adj} {adv}
preisgünstig
αγοράζω σε δημοπρασία {verb}
ersteigern
αγοράζω σε πλειστηριασμό {verb}
ersteigern
αναμειγνύομαι με/σε {verb}
sich mischen in [+Akk.]
αντιστοιχώ σε κάτι {verb}
einer Sache entsprechen
κάνω αεροπειρατεία σε {verb}
entführen [Flugzeug]
πέφτω σε λήθη {verb}
in Vergessenheit geraten
προβαίνω σε κτ. {verb}
zu etw. übergehen
προσφέρω σε πώληση {verb}
feilbieten
φέρνω σε κάποιον {verb}
heranbringen
ψάχνω {verb} [αναζητώ] (σε λεξικό)
nachschlagen
ψεύδομαι σε κάποιον {verb}
jdn. anlügen
κλοπή {η} σε κατάστημα
Ladendiebstahl {m}
κρεββάτι σε ιατρείο
Liege {f}
προσφορά {η} σε πώληση
Feilhalten {n}
βάζω τρικλοποδιά σε κάποιον
jmd. ein Bein stellenιδίωμα
εγκαθίσταμαι σε ένα σπίτι
in ein Haus einziehen
δίνω ώθηση σε κάτι {verb}
etw. anregen
λέω ψέματα σε κάποιον {verb}
jdn. anlügen
μετακομίζω / μπαίνω σε σπίτι {verb}
einziehen
μιλώ στον ενικό σε {verb}
duzen
συνηθίζω (κάποιον σε κάτι) {verb}
gewöhnen an [+Akk.]
φέρνω κάποιον σε αμηχανία {verb}
in Verlegenheit bringen
μέρος {το} ξεκούρασης σε αυτοκινητόδρομο
Autobahnraststätte {f}συγκοιτουρ.
πείραμα {το} πάνω σε ζώα
Tierversuch {m}
ασκώ καλή επιρροή πάνω σε κάποιον
einen guten Einfluss auf jdn ausüben
δε θα 'θελα να σε βάλω σε κόπο
ich möchte dir keine Umstände bereitenιδίωμα
δίνω νέα ώθηση σε κάτι
einer Sache neuen Antrieb geben
είναι σε 900 μέτρα υψόμετρο
es liegt auf 900 Meter Höhe
έρχομαι καταπάνω σε κάτι/κάποιον
zukommen auf [+Akk.]
Θα φτάσει από στιγμή σε στιγμή.
Er wird jeden Augenblick hier eintreffen.
μέχρι εκεί που σε παίρνει
so weit du kommstιδίωμα
σε πακέτο για το σπίτι
zum Mitnehmen [nachgestellt]γαστρ.
σε ποσοστό επί τοις εκατό
in Prozenten ausgedrückt
nach oben | home© 2002 - 2019 Paul Hemetsberger | Impressum / Datenschutz
Dieses Deutsch-Griechisch-Wörterbuch (Γερμανο-ελληνικό λεξικό) basiert auf der Idee der freien Weitergabe von Wissen. Mehr Informationen!
Links auf dieses Wörterbuch oder einzelne Übersetzungen sind herzlich willkommen! Fragen und Antworten